Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Πρωτοχρονιάτικο Παραμύθι

της Πηνελόπης Δέλτα (1874-1941)

Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς, χωμένο στη γωνία μιας εξώπορτας, κάθουνταν ένα αγοράκι και κοίταζε το αντικρινό φωτισμένο παράθυρο. Είχε νυχτώσει νωρίς, και το χιόνι σκέπαζε τις πλάκες του δρόμου, τα φανάρια, τα δέντρα και τις στέγες των σπιτιών, πράμα σπάνιο στην Αθήνα.
Το κρύο ήταν δυνατό, και τυλιγμένος στο παλιωμένο και σκισμένο ρουχάκι του, όλο και περισσότερο χώνουνταν ο Βασίλης στη γωνιά της εξώπορτας, για να ξεφύγει από το βοριά που τον πάγωνε ως τα κόκαλα. Μα τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στο φωτισμένο παράθυρο του αρχοντόσπιτου, αντίκρυ του.
-"Πρωτοχρονιά αύριο", μουρμούρισε, "διασκεδάζουν εκεί μέσα".

Εκεί μέσα κείτουνταν ένα παιδί, με...

λιωμένο αχνό πρόσωπο. Κουτιά γεμάτα μπογιές, μολυβένια στρατιωτάκια, ζώα ξύλινα, σιδηρόδρομοι και καραβάκια, που σκέπαζαν το κρεβάτι του, έστεκαν άγγιχτα. Τ' αδύνατα χεράκια του μέναν ακίνητα στο σεντόνι πάνω, δεν κοίταζε καν τα πλούσια δώρα γύρω του. Το κουρασμένο βλέμμα του ήτανε καρφωμένο στο παράθυρο όπου, στα σκοτεινά, άσπριζαν τα χιόνια της αντικρινής στέγης.
-"Τί συλλογίζεσαι, Βασιλάκη;" ρώτησε η μητέρα του.
-"Κοίταζα τα χιόνια", αποκρίθηκε ο μικρός "και συλλογίζουμουν τη χαρά να τρέχεις στους δρόμους, να βουτάς στα χιόνια, να τα μαζεύεις και να φτιάνεις μπάλες, και να τις τινάζεις στους περαστικούς, όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου μου, εκεί που είδα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα πολλά κεράκια... Αλήθεια, μητέρα, λες να βρήκε ο Νικόλας δέντρο τέτοιο εδώ";
-"Ναι, παιδί μου, βρήκε και θα στο φέρει τώρα στολισμένο. Δεν είναι πολύ μεγάλο όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου σου, μα το στόλισε ο πατέρας σου... κι είναι πολύ όμορφο... Είσαι ευχαριστημένος";
-"Ναι", είπε ο Βασιλάκης χωρίς ενθουσιασμό.
Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα. Δυο υπηρέτες έφεραν μέσα ένα μικρό έλατο ολοφώτιστο και το στήσανε πάνω στο τραπέζι. Τα κλαδιά ήτανε φορτωμένα χρυσά κι ασημένια στολίδια, φαναράκια και μπρίλες. Παντού στέκουνταν όρθια τ' αναμμένα χρωματιστά κεράκια, και τα μεγαλύτερα κλαδιά λύγιζαν από το βάρος των παιχνιδιών που κρέμουνταν δεμένα με κορδέλες.
-"Ε, Βασιλάκη, σ' αρέσει το δέντρο σου;" ρώτησε ζωηρά ο πατέρας του.
Ο μικρός το κοίταξε μια στιγμή με σβησμένα αγέλαστα μάτια.
-"Το φαντάζουμουν ωραιότερο", είπε με τη βαρεμένη του φωνή. Και το βλέμμα του γύρισε πάλι στο παράθυρο και στα χιόνια του αντικρυνού σπιτιού. "Πατέρα, λες του χρόνου τη Πρωτοχρονιά να είμαι πια καλά και να βγω κι εγώ στα χιόνια";
-"Ναι, παιδί μου", είπε ο πατέρας κι η μητέρα βγήκε από το δωμάτιο για να κρύψει τα κλάματα που την έπνιγαν.
-"Τί όμορφα που θα είναι να τρέχεις στα χιόνια..." είπε συλλογισμένα ο Βασιλάκης. "Τί δε θα 'δινα για να δω τί γίνεται έξω..."

Έξω, ο Βασίλης είχε δει πίσω από το φωτισμένο παράθυρο το δέντρο του Βασιλάκη, με τα φώτα και τα χρυσά στολίδια και τα παιχνιδάκια που γεμιζανε τα κλαδιά από πάνω ως κάτω.
-"Αχ, τί ωραίο!" είπε το φτωχό, "πρέπει να το 'φερε ο 'Αη-Βασίλης" και τα μάτια του τρώγανε το δέντρο και, τρέμοντας από το κρύο, ολοένα χώνουνταν βαθύτερα στη γωνιά του και γύρευε να τυλίξει στο κορμάκι του τα κουρέλια του, μήπως και το ζεστάνουνε
λίγο. "Ο 'Αη-Βασίλης..." μουρμούρισε, "γιατί δεν έρχεται κάποτε και σε μας";
Θυμήθηκε το φτωχικό σπιτάκι στο χωριό του, όπου τον είχε μεγαλώσει η μάνα του. Όλα τα 'χε στερηθεί αφότου γεννήθηκε, εκτός μόνο τα χάδια της μάνας του. Ξενοδούλευε η κακομοίρα για να κερδίσει το ψωμί τους, μ' άλλο από ψωμί δε πρόφθαινε να βγάλει, μόνο την αγάπη της μπορούσε χάρισμα να του δίνει κι αυτή του την έδινε μπόλικη. Μα ήλθανε κακοί καιροί, αρρώστια, μαύρη φτώχεια και πέθανε η μάνα του και τη βάλανε σε σανιδένια κάσα και τη πήγανε στο νεκροταφείο και την είδε που τη σκεπάσανε τα χώματα. Και τον έβγαλαν από το φτωχικό του καλυβάκι κι έφυγε το έρμο ορφανό κι ήλθε κι έπεσε στην Αθήνα, παραμονή του 'Αη-Βασίλη, πεινασμένο, παγωμένο, μακαρίζοντας τους ευτυχισμένους που διασκεδάζανε πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, αντίκρυ του.
Από νωρίς είχε δει κίνηση μεγάλη στους δρόμους, παιδιά μεγάλα και μικρά, που σταματούσανε στις πόρτες των αρχοντόσπιτων και λέγανε τον 'Αγιο Βασίλη. Μα τ' ορφανό δεν τόλμησε να χτυπήσει κι αυτό σε καμμιά πόρτα, ούτε ήταν μαθημένο στη ταραχή της μεγάλης πολιτείας. Και λίγο-λίγο, τράβηξε στους ήσυχους μεγαλόπρεπους δρόμους, μακριά από το κέντρο κι ήλθε και ζάρωσε σε μιαν εξώπορτα, χωρίς ψωμί, χωρίς σκοπό, χωρίς καμιάν ελπίδα.
Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο πήγαιναν κι έρχουνταν σκιές. Πέρασε κι ένας υπηρέτης με βελάδα, βαστώντας ένα πιάτο με μια μεγάλη πίτα! Ο Βασίλης θυμήθηκε πως τη τελευταία βούκα ψωμί την είχε φάει το πρωί. Και μέσα κει θα τρώγανε τώρα πίτα! Αχ και να είχε κι αυτός μια βουκίτσα να γελάσει τη πείνα του! Του φάνηκε τόσο ορεκτική η πίτα, τόσο αφράτη, καθώς τη πέρασε ο υπηρέτης εμπρός στο παράθυρο. 'Αραγε, αν ζητούσε λίγη, θα του 'δινε κανένα κομματάκι; Κι έξαφνα, χωρίς να ξέρει κι αυτός πώς το 'κανε, άρχισε να τραγουδά:

'Αγιος Βασίλης έρχεται
α-α-από, από την Καισαρεία...
βαστά καλάμι και χαρτί,
χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι.

Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, διάφορες σκιές πήγαν κι ήλθαν κοιτάζοντας έξω. Σώπασε τρομαγμένος ο Βασιλάκης και ζάρωσε στη γωνίτσα του όσο μπορούσε περισσότερο.
-"Παναγιά μου!" ψιθύρισε, "λένε πως οι πλούσιοι δεν έχουνς καλή ψυχή και περιφρονούνε τους φτωχούς..." Και με τρομαγμένα μάτια ακολουθούσε το πηγαινέλα των ανθρώπων μες στη κάμαρα.

Μες στη καμάρα είχαν κόψει την πίτα. Ακουμπισμένος στα μαξιλάρια, ο Βασιλάκης βαστούσε το πιάτο του στα χέρια, κοιτάζοντας μ' αδιαφορία το κομμάτι του, χωρίς καν να το γευθεί.
-"Δεν το κόβεις να δεις αν σου έπεσε το φλουρί, Βασιλάκη μου;" ρώτησε τρυφερά η μητέρα του.
-"Ναι, μητέρα, θα το γυρέψω", αποκρίθηκε, αλλά δεν κούνησε, ούτε άλλαξε η κουρασμένη όψη του. Έξαφνα ανέβηκε ως το δωμάτιο του άρρωστου αγοριού μια
φωνή παιδιάτικη, τρεμουλιαστή, σα φοβισμένη:

'Αγιος Βασίλης έρχεται
α-α-από, από την Καισαρεία...
βαστά καλάμι και χαρτί,
χα-αρτί, χαρτί και καλαμάρι.

Ο Βασιλάκης ξαφνίστηκε. Ανάψαν μια στιγμή τα μάτια του, ζωήρεψε το μελαγχολικό του πρόσωπο.
-"Πατέρα, πατέρα!" φώναξε, "τ' ακούς; Τραγουδά απ' έξω... Θα ναι κανένα αγοράκι... φώναξε το! Πολύ σε παρακαλώ"!
Η μητέρα του είχε πάγει κιόλα στο παράθυρο, μα δεν είδε τίποτε.
-"Δε βλέπω κανένα παιδί", είπε.
-"Πατέρα, κοίταξε συ, άνοιξε το παράθυρο, φώναξε το παιδί να έλθει να πάρει από τη πίτα, το κομμάτι του φτωχού... και να μας πει τί γίνεται έξω..."
Πήγε ο πατέρας στο παράθυρο, το άνοιξε, έσκυψε έξω, κοίταξε δεξιά, αριστερά, μα δεν είδε τίποτε· έκλεισε το παράθυρο και γύρισε στο κρεβάτι του Βασιλάκη.
-"Πέρασε το παιδί και πάει", είπε ζωηρά, "μα δε πειράζει, θα περάσει κι άλλο και τότε το φωνάζομε· δοκίμασε την πίτα σου ωστόσο".
Μα ο Βασιλάκης δεν πεινούσε· έσπρωξε το πιάτο του, ακούμπησε στα μαξιλάρια κι έκλεισε τα μάτια. Η ζωηράδα του προσώπου του είχε σβήσει· το φλουρί της πίτας δεν τον ενδιέφερε, ούτε το δέντρο όπου είχαν σβήσει πια τα κεράκια, ούτε τα δώρα του. Το δρόμο μόνο συλλογίζουνταν... Και το παιδάκι, που μπορούσε να πει την ομορφιά της ελευθερίας, τη χαρά να τρέχεις και να βουτάς στα χιόνια, είχε περάσει και πάει!-
-"Θέλεις, παιδί μου, να φας την πίτα σου αύριο;" ρώτησε η μητέρα χαϊδεύοντας γλυκά το μέτωπο του.
-"Ναι, μητέρα, αύριο".
Η μητέρα έκανε νόημα σ' όλους να βγουν από το δωμάτιο. Ο Βασιλάκης ήτανε κουρασμένος... Ο Βασιλάκης ήθελε να κοιμηθεί... Πήρε το πιάτο με τη πίτα και το ακούμπησε στο τραπέζι, κοντά στο κομμάτι του φτωχού· έσβησε τα φώτα, άναψε την καντήλα, φίλησε γλυκά το αγόρι της και βγήκε από το δωμάτιο. Μα ο Βασιλάκης δε νύσταζε. Ο νους του έμενε στο δρόμο και στη χαρά που θα 'χε αν μπορούσε να τρέξει στα χιόνια... Κοίταξε γύρω του, είδε πως ήταν μόνος. Με κόπο κατέβηκε από το κρεβάτι, και σιγά-σιγά σύρθηκε ως το παράθυρο. Αχ! και να έβλεπε λιγάκι απ' έξω το χιονισμένο δρόμο, τα φανάρια, τ' άσπρα δέντρα... Με δυσκολία γύρισε το πόμολο, άνοιξε το παράθυρο κι έσκυψε έξω. Το κρύο τον ξάφνισε, του 'κοψε την αναπνοή, ζήτησε να στηριχθεί στο πεζούλι του παραθύρου μα όλα γυρίζανε, του φάνηκε πως πέφτει...
Έξαφνα, από το παράθυρο πήδησε μέσα ένας άνθρωπος κι ο Βασιλάκης από το σάστισμά του ξέχασε τη ζάλη του. Ήτανε γέρος, χιονοσκεπασμένος, με μακριά καλογερικά ρούχα και μεγάλα άσπρα γένια. Τον κοίταξε ο Βασιλάκης και τον ανεγνώρισε:
-"Ο 'Αη-Βασίλης..." ψιθύρισε.
-"Ναι, εγώ είμαι", είπε ο 'Αη-Βασίλης με το ανοιχτόκαρδο χαμόγελο του. "Ήλθα να σε ρωτήσω, τί θέλεις να σου δώσω για την εορτή μου που ξημερώνει αύριο και που 'ναι και δική σου εορτή";
-"Αχ, Άη-Βασίλη μου, να μη μου δώσεις πια τίποτα!" φώναξε ο Βασιλάκης σταυρώνοντας παρακλητικά τα χέρια του. "Δες πόσα πράγματα μου δώσανε και τα 'χω τόσο βαρεθεί! Μα πάρε με έξω μαζί σου! Πάρε με στα χιόνια! Θέλω τόσο να τρέξω ελεύθερα"!
-"Θέλεις;" είπε ο 'Αη-Βασίλης. "Μα έξω κάνει κρύο! Κι εσύ έχεις όλα τα καλά του κόσμου! Τόσα παιχνίδια, τόσα χάδια, και ζεστασιά και πίτα που ούτε τη δοκίμασες ακόμα... Και θέλεις να φύγεις";
-"Ναι! Να βγω στα χιόνια, να τρέξω ελεύθερα, αχ, πάρε με, πάρε με, καλέ μου 'Αη-Βασίλη!" παρακάλεσε ο Βασιλάκης. "Πάρε με στα χιόνια"!
Ο 'Αη-Βασίλης χαμογέλασε πάλι.
-"Καλά!" είπε. "Εγώ σήμερα δε χαλώ χατήρι κανενός. Έλα μαζί μου αφού το θες".
Και πήρε το Βασιλάκη στην αγκαλιά του και πέταξε από το παράθυρο που 'μεινε ανοιχτό...

Στα χιόνια κάθουνταν ο Βασίλης με τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο. Με τρομάρα είχε δει έναν κύριο που άνοιξε τα γυαλιά και κοίταζε στο δρόμο· μα έτσι μικρός που ήταν και ζαρωμένος στη γωνίτσα του, δεν τον είδε ο κύριος. Και το παράθυρο έκλεισε πάλι.
Τα κεράκια του δέντρου είχαν σβήσει, οι σκιές πήγαιναν κι έρχονταν ακόμα· ύστερα σβήσανε και τα φώτα και μόνο μια καντήλα τρεμόφεγγε, στημένη σε κάποιο έπιπλο πάνω. Κι ο Βασίλης ακόμα κοίταζε, σα μαγνητισμένος από τη θαμπερή λάμψη της. Το κρύο όλο δυνάμωνε· τα βλέφαρα του Βασίλη βάραιναν. Θυμήθηκε τη μάνα του και τη ζεστή της αγκαλιά. Έριξε μια ματιά στο παράθυρο και συλλογίστηκε πως εκεί μέσα θα έκαμνε ζέστη... Αχ! λίγη ζέστη...
Λαφρύς κρότος τον ξάφνιασε. Σήκωσε τα μάτια του τρομαγμένος. Το παράθυρο είχε ανοίξει πάλι, μα δεν ήταν πια εκεί ο ίδιος κύριος· ένα παιδάκι, στα νυχτικά του, έσκυβε να δει το δρόμο. Μια στιγμή το κοίταξε με απορία ο Βασίλης, μα τόσο βαριά ήτανε τα βλέφαρα του, που δε μπορούσε να τα βαστάξει ανοιχτά. Έκανε πάλι να δει το αντικρυνό παιδί και του φάνηκε πως σωριάζουνταν στο πάτωμα το άσπρο κορμάκι, μα δεν πρόφθασε να βεβαιωθεί. Ακούμπησε το κεφάλι του στον τοίχο και τα μάτια του κλείσαν
μονάχα τους.
Έξαφνα, μια λάμψη τον ξύπνησε· μπρος του στέκουνταν ένας γέρος ντυμένος στα κόκκινα και στα χρυσά. Τα γένια του ήταν μακριά και κάτασπρα και γύρω του χύνουνταν τόση ζέστη, που ο Βασίλης ξέχασε τα χιόνια και το βοριά. Κοίταξε το γέρο και τον ανεγνώρισε.
-"Ο 'Αη Βασίλης!" έκανε μαγεμένος.
-"Ναι, ο 'Αη-Βασίλης", είπε ο γέρος, "σ' άκουσα που 'λεγες πως δεν έρχομαι ποτέ σε σας και, βλέπεις, τώρα ήλθα". Τ' ορφανό τον κοίταξε μ' έκσταση. Ο 'Αη-Βασίλης γέλασε. "Λοιπόν πες μου", του είπε· "αύριο ξημερώνει Πρωτοχρονιά, που 'ναι εορτή μου και δική σου εορτή. Τί θες να σου χαρίσω";
Ο Βασίλης έριξε μια ματιά στο αντικρινό παράθυρο. Η καντήλα είχε σβήσει κι αυτή· τόσο κρύο θα ήτανε τώρα κι εκεί μέσα...
-"Θέλω, παρακαλώ, λίγη πίτα", είπε δειλά "και θέλω πάλι τη μάνα μου... Μα ίσως αυτό να είναι αδύνατο;" ρώτησε φοβισμένος λίγο για τη μεγάλη του απαίτηση.
-"Τίποτα δεν είναι αδύνατο σήμερα", είπε ο 'Αη-Βασίλης "κι ό,τι ζητήσεις θα στο κάνω. Πίτες όσες θέλεις θα σου δώσω και τη μάνα σου θα τη ξαναδείς οπόταν θέλεις. Μα σκέψου, είναι και μερικά παιδιά που λαχταρούν την ελευθερία σου. Εσύ μπορείς τον κόσμον όλο να γυρίσεις, να ζήσεις όπως θες. Είσαι ακόμα μικρός κι ο κόσμος όλος είναι ανοιχτός μπροστά σου..."
-"Αχ όχι, καλέ μου 'Αη-Βασίλη!" παρεκάλεσε ο μικρός. "Μόνο πάρε με στη μάνα μου! Και δωσ' μου λίγη πίτα και για κείνη, που δεν έχει φάγει τώρα τόσα χρόνια"!
-"Καλά!" είπε ο 'Αη-Βασίλης με το καλό του χαμόγελο. "Σήμερα δε χαλώ κανενός χατήρι. Έλα να σε πάγω στη μάνα σου".
Και τον πήρε ο 'Αη-Βασίλης στην αγκαλιά του και πέταξε ψηλά ψηλά, τόσο που περνούσε πάνω από τα ψηλότερα σπίτια κι έφυγαν.
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, την ώρα που χαρούμενες χτυπούσαν οι καμπάνες σ' όλες τις εκκλησιές της χώρας, βγήκε ο Νικόλας ο υπηρέτης, με μάτια κοκκινισμένα από τα κλάματα, στο χιονισμένο δρόμο.
Χωμένο σε μια γωνιά της εξώπορτας του αντικρινού σπιτιού, είδε ένα παιδάκι που φαίνονταν να κοιμάται. Το σίμωσε, το άγγιξετο βρήκε παγωμένο. Το πήρε στην αγκαλιά του και το ανέβασε στο αρχοντόσπιτο, όπου μητέρα και πατέρας, πλάγι στο κρεβάτι του Βασιλάκη, κλαίγανε το πεθαμένο τους αγόρι.
Μαζί τα ξάπλωσαν πλάγι-πλάγι, το χαδεμένο μονοπαίδι και το έρημο ορφανό.
Πάνω στο τραπέζι, δυο κομμάτια πίτας ξηραίνονταν άγγιχτα, το κομμάτι του Βασιλάκη και το κομμάτι του Βασίλη.
Πλάγι-πλάγι έθαψαν τα δυο παιδιά. Στον ένα τάφο είναι γραμμένο με χρυσά γράμματα τ' όνομα του Βασιλάκη· ο άλλος τάφος δεν έχει όνομα.
Κανένας δε γνώριζε το έρημο ορφανό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: