Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Αναμνήσεις από την στρατιωτική θητεία

(Ι) 

Πρώτη μέρα στο στρατό.
Kουρεμένοι με την ψιλή, ψαρωμένοι,ο ένας πίσω απ΄τον άλλον περιμένουμε στη σειρά να συμπληρώσουμε τα σχετικά έντυπα,να περάσουμε γιατρούς,να παραλάβουμε τον ιματισμό μας…
-Ρε μαλάκα ο…. , αυτός δεν είναι; πώς είναι έτσι, ρε μαλάκα!
Μπροστά μας ο γνωστός ηθοποιός (ας μην πούμε το όνομά του) πρωταγωνιστής δεκάδων βιντεοταινιών, η φίρμα τηςεποχής. Μακρύ μαλλί- περούκα- πρόσωπο βαμμένο με το μυστρί, γούνα βιζόν, φουστίτσα και κόκκινες μπότες της φωτιάς. Κουνάμενος, συράμενος περνά την πύλη του στρατοπέδου συνοδευόμενος από δυο φουσκωτούς και ανεβαίνει στο διοικητήριο.Δεν τον ξαναείδαμε ποτέ στο Κέντρο Νεοσυλλέκτων.
Κυκλοφόρησε και μια ραδιοαρβύλα στο στρατόπεδο ότι... απαλλάχτηκε της στράτευσης και πήρε απολυτήριο.


(ΙΙ) 

Ο λόχος μας είχε επιλέγει για τιμητικό άγημα στην περιφορά του Επιταφίου. Κάναμε μπάνιο, ξυριστήκαμε, γυαλίσαμε τις αρβύλες, σενιαριστήκαμε… Ο λοχαγός έδωσε παράγγελμα και περάσαμε τα όπλα υπό μάλης. Κουραστικό όσο να ναι. Δεν μπορείς να χαλαρώσεις, να γελάσεις, να μιλήσεις. Στέκεις σοβαρός, οι εκκλησιαζόμενοι σε κοιτάζουν, τους κοιτάζεις κι εσύ. Αντιπροσωπεύεις έναν θεσμό... Δεν έχεις δικό σου πρόσωπο, αλλά φοράς το πρόσωπο του θεσμού. Και οφείλεις να το κάνεις σωστά. Και το κάνεις. Γιατί έτσι πρέπει.
Με τον πένθιμο ρυθμό της μπάντας και με αργό βηματισμό συνοδεύουμε τον Επιτάφιο στα στενά σοκάκια. Από τα μπαλκόνια και τις βεράντες άντρες, γυναίκες, μικρά παιδιά, παρακολουθούν με ευλάβεια, φαναράκια και αναμμένα κεριά.
Δεν μπορώ να σας περιγράψω πόση κατάνυξη ένιωσα εκείνη την Μεγάλη Παρασκευή, τη θλιμμένη εκείνη νύχτα...



(ΙΙΙ) 

Αρχιφύλακας του φυλακίου R4 στη Σάμο. Λίγα μίλια από τις μικρασιατικές ακτές. Αποστολή του φυλακίου η παρατήρηση και ο έλεγχος της ευρύτερης περιοχής του όρμου Μαραθοκάμπου και η άμεση αναφορά στο Τάγμα οποιασδήποτε κίνησης του εχθρού.
Νύχτα με τραμουντάνα και στα ανοιχτά του όρμου κανά μίλι από την ακτή έχει αγκυροβολήσει ένα τουρκικό εμπορικό. Ανησυχώ, κατεβαίνω στον Όρμο όπου με καθησυχάζουν οι ντόπιοι ότι αυτά συμβαίνουν τακτικά το χειμώνα λόγω θαλασσοταραχής. Μέχρι να ολοκληρώσουμε την κουβέντα το βαπόρι έχει σηκώσει άγκυρα και έτσι δεν το αναφέρω. Για κακή μου τύχη η αναφορά φτάνει από ένα παραπλήσιο φυλάκιο του πυροβολικού.
Μια ώρα αργότερα ο διοικητής του Τάγματος, Αντισυνταγματάρχης, παλιό κομάντο με δυο τρεις πουλάδες και δέκα κιλά αρχίδια,έχει φτάσει στο φυλάκιο και βγάζει αφρούς..
–Μαλάκα, τη γαμήσαμε, σκέφτομαι!
Τραβάω μια προσοχή και δίνω αναφορά φυλακίου…
Βρίζει, ουρλιάζει, απειλεί για στρατοδικεία.
Εγώ εκεί, αμίλητος, ακίνητος, αγέλαστος.Καμιά δικαιολογία.Στέκομαι κλαρίνο, με ύφος συναίσθησης του μεγέθους της μαλακίας μου…
Διαισθάνομαι ότι ξεθυμαίνει, μαλακώνει λίγο. Ξέρω ότι με συμπαθεί κιόλας.
-Δυο μέτρα Δόκιμος και δεν ντρέπεσαι ρε Λογοθέτη… τέτοια ανευθυνότητα δεν την περίμενα από σένα. Θα μας γαμήσουν οι Τούρκοι ρε και δεν θα το πάρουμε χαμπάρι!!!
Δεν μου έριξε φυλακή ούτε με πέρασε στρατοδικείο, τα λόγια του όμως με πείραξαν πολύ.
Ένιωσα μεγάλη ντροπή! Ήταν ένα σπουδαίο μάθημα συναίσθησης καθήκοντος και ανάληψης ευθύνης... στα είκοσι ένα μου χρόνια.


 (ΙV) 

Στο Τάγμα Εθνοφυλακής Κομοτηνής εκτός από τους 753 Εθνοφύλακες που έμεναν στα σπίτια τους, είχαμε ακόμα τον Διοικητή μας, τρεις Δόκιμους και έναν φαντάρο οδηγό.
Τα γραφεία μας ήταν σε ένα μεγάλο τολ δίπλα στο σιδηροδρομικό σταθμό. (Πέρασα από εκεί πριν από μερικά χρόνια και είναι κάτι πολυκατοικίες πια)
Ανήμερα της Κυριακής του Πάσχα  ήμουν αξιωματικός υπηρεσίας.
Παρήγγειλα ένα μπιφτέκι και μια μαλαματίνα από κάποιο παρακείμενο ταβερνάκι όπως συνηθίζαμε οι Δόκιμοι στις υπηρεσίες.
Άκουγα τις καμπάνες, έβλεπα τα πυροτεχνήματα και σκεφτόμουν το κορίτσι μου, τους γονείς μου, τα αδέρφια μου, τους φίλους στο χωριό πολλές εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά…και ήμουν μόνος μου, ολομόναχος!
Κατά τη μια πετάχτηκα από θόρυβο αυτοκινήτου. Ο Διοικητής; Τέτοια ώρα;
 -Χριστός Ανέστη! Η Μαρία είπε να μην σε αφήσουμε μόνο απόψε. Άρεσε και στην Κατερινούλα η ιδέα. Φέραμε τη μαγειρίτσα να φάμε μαζί.
Ακόμα συγκινούμαι όταν σκέφτομαι εκείνη την Ανάσταση με τον Ταγματάρχη Μιχαήλ Σημαντηράκη, τον λεβέντη Διοικητή μου και την οικογένειά του. Καλή τους ώρα! Τους θυμάμαι με αγάπη!


(V)
ασχολίαστο!  (χαχα!)

Δεν υπάρχουν σχόλια: