Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

Τραγούδια που αγάπησα!


Ο ΔΡΟΜΟΣ (1969) με πάνω από ένα εκατομμύριο δίσκους σε πωλήσεις. Ασύλληπτο!

Δώδεκα μικρά διαμαντάκια φρέσκα, διαχρονικά, επίκαιρα. Ποιο να διαλέξεις και πώς να το ξεχωρίσεις!

Γέλαγε η Μαρία / Φραγκοκλησά / Μέθυσ' απόψε το κορίτσι μου / Ο Τρελλός / Πρώτη φορά / Πήρα σύννεφο δυο τόπια / Ξημερώνει Κυριακή / Η Μυρσίνη βάζει τ' άσπρα / Δώδεκα μαντολίνα / Το Άγαλμα / Δώσε Μου Το Στόμα Σου / Έπεφτε Βαθειά Σιωπή





Ο Μίμης Πλέσσας στην αυτοβιογραφία του (1996) αναφέρει την ιστορία του Δρόμου:

«Σημαδιακή βραδιά εκείνη στο σπίτι του Λευτέρη, που καθισμένος στο γραφείο του περίμενα να τελειώσει μια κουβέντα με την εφημερίδα του, γιατί ο Λευτέρης είχε ήδη κάνει σημαντικά βήματα σαν δημοσιογράφος. Σκόρπια πάνω στο γραφείο του ήσαν κάτι χειρόγραφα. Ξέροντας το γραφικό του χαρακτήρα, άρχισα να διαβάζω κι ένιωσα να με πλημμυρίζει μια ανείπωτη τρυφεράδα. Τα γραπτά του Λευτέρη περιγράφανε τα εφηβικά μου χρόνια, τα χρόνια μου μέσα στην Κατοχή. Μάζεψα όσα βρήκα εκεί μπροστά μου- τι σύμπτωση, ήταν δώδεκα – κι αμέσως σκέφτηκα, ένας μεγάλος δίσκος (μέχρι τότε δεν είχαμε κάνει μεγάλο δίσκο με το Λευτέρη). Μου ήρθε κι ο τίτλος: «Τα Άγουρα Χρόνια», ξεχνώντας το ομώνυμο μυθιστόρημα του Κρόνιν. Του είπα «θα τα πάρω».

Απρόθυμα μου τα έδωσε, γιατί δεν πίστευε ότι αυτά μπορούσε να είναι υλικό για τραγούδια. Φοβόταν τη διάχυτη ευαισθησία, γιατί περιείχαν και τις δικές του μνήμες και δεν τους είχε δώσει τη μορφή κουπλέ – ρεφρέν, που δίνει τη γνώριμη δύναμη στο τραγούδι. Ήταν της τύχης μας γραφτό δυο μέρες αργότερα να τα έχω γράψει όλα, τα έντεκα χωρίς ρεφρέν. Ενθουσιασμένος από το αποτέλεσμα, του τα έπαιξα και τον έπεισα να τα παρουσιάσουμε στον αξέχαστο φίλο Αλέκο Πατσιφά στη «Λύρα». Αποκτήσαμε έτσι κι άλλον ενθουσιώδη υποστηρικτή που βάφτισε και το έργο: «Ο Δρόμος»!

Με την ανδρική φωνή του συνεργάτη μας της εποχής εκείνης Γιάννη Πουλόπουλου, μια καινούρια γυναικεία φωνή που πρότεινε ο Λευτέρης, την Ρένα Κουμιώτη, και την Πόπη Αστεριάδη ξεκινήσαμε να φτιάξουμε έναν δίσκο που είχε κι άλλα παράξενα : ηχογραφήθηκε στο στούντιο της Κολούμπια σε δέκα ώρες παρά ένα τέταρτο! Λες κι οι μουσικοί που ήρθαν για να παίξουν ήξεραν από πριν το έργο.

Την ηχογράφηση έκανε ο Στέλιος Γιαννακόπουλος που άφησε απείραχτη τη δύναμη και τη φρεσκάδα που είχαν οι ενορχηστρώσεις μου. Δύο μέρες μετά οι τραγουδιστές είπαν μία κι έξω τα τραγούδια! Έτσι αποκτήσαμε ένα δίσκο που για μας ήταν ακριβή στιγμή κατάθεσης ψυχής και που έγινε ορόσημο στην ελληνική δισκογραφία. Ήταν ο πρώτος χρυσός δίσκος (τα 50.000 αντίτυπα θέσπισαν το βραβείο του χρυσού δίσκου), και «Ο Δρόμος» των Λ.Παπαδόπουλου και Μ.Πλέσσα χρόνο με τον χρόνο έκανε μεγαλύτερη επιτυχία. Έγινε πλατινένιος, αδαμάντινος… Σύντομα ο δρόμος μας αυτός έγινε λεωφόρος και τελικά εθνική οδός! Όποια όμως κι αν ήταν η επιτυχία του, σαν δίσκος είχε κι άλλες παραξενιές. Κανένα από τα δώδεκα τραγούδια του δεν ξεχώρισε σαν «η επιτυχία του δίσκου». Όλα ακούγονταν το ίδιο ευχάριστα, εξ άλλου και οι πρωτεργάτες μεταξύ μας είχαμε διαφορετική γνώμη. Ο Αλέκος Πατσιφάς θεωρούσε «ξένο σώμα» στο έργο το «Ξημερώνει Κυριακή» (το μόνο που είχε ρεφρεν). Εγώ δεν έβρισκα ταιριασμένο το «Πήρα σύννεφο δυο τόπια», ενώ από την άλλη αυτό ήταν το αγαπημένο του Λευτέρη που δεν καταλάβαινε την παραξενιά που είχε σαν ζεϊμπέκικο το «Μέθυσ’απόψε το κορίτσι μου»!"

O Λευτέρης Παπαδόπουλος στο βιβλίο του «Τα τραγούδια γράφουν την ιστορία τους» αναφέρεται ξεχωριστά σε κάποια από τα τραγούδια του «Δρόμου»:

"«Ο τρελός» Στην παιδική μου γειτονιά, είχαμε έναν μεθύστακα, που τον βασανίζαμε. Τον Μπαγιαντέρα. Για να αμυνθεί, μας πετούσε πέτρες από το δρόμο. Έχω μια πληγή από μια τέτοια πέτρα, στο κούτελό μου.

«Πήρα σύννεφο δυο τόπια» Εδώ κάνω επίδειξη «δεξιοτεχνίας». Ριμάρω τη λέξη «τόπια», με το ρήμα «το ’πια». Επίσης «σεβρό» (δέρμα παπουτσιού) με το «σε βρω». Έχει όμως και άλλες τέτοιες εκπλήξεις το τραγούδι. Τραγιάσκα – Αλάσκα, πέτο – σπαρματσέτο, σύννεφο που γίνεται ύφασμα κλπ.

«Η Μυρσίνη βάζει τ’ άσπρα» Το έγραψα για την κόρη του Λοΐζου, που την έχω βαφτίσει. Ο Πλέσσας κατάλαβε την αδυναμία μου και έγραψε ένα πολύ τρυφερό τραγούδι. Όταν παιζόταν ο ΔΡΟΜΟΣ στο θέατρο, όλοι οι θεατές κρατούσαν το ρυθμό με παλαμάκια.

«Το άγαλμα» Είναι ένα από τα πιο δυνατά τραγούδια του ΔΡΟΜΟΥ. Επί σειρά ετών, ακουγόταν σε όλα τα νυχτερινά κέντρα και παιζόταν από ραδιόφωνα και τηλεοράσεις. Κλασική η ερμηνεία του Γιάννη Πουλόπουλου.

«Δώσε μου το στόμα σου» Η Ρένα Κουμιώτη τραγουδούσε σε μια μπουάτ της Πλάκας. Παντελώς άγνωστη. Ο Λοΐζος με πήρε στην μπουάτ για να την ακούσω. Μου άρεσε πολύ η φωνή της. Άρεσε και στου Πλέσσα. Ο Πατσιφάς ενθουσιάστηκε! Την άλλη μέρα, τη βάλαμε στο στούντιο κι έσκισε! Έτσι άρχισε η καριέρα της…"

Στο οπισθόφυλλο του δίσκου υπάρχει ένα ανυπόγραφο κείμενο- με γραφή που θυμίζει αρκετά αυτή του Λευτέρη Παπαδόπουλου - που λέει τα εξής:

"Η πλατεία Βικτωρίας λεγόταν άλλοτε πλατεία Κυριακού. Δεν είχε, τότε, μεγάλα σπίτια και κοσμικά ζαχαροπλαστεία με ομπρέλες. Είχε μόνο παιδιά. Πολλά παιδιά. Που παίζανε μπάλα με πάνινα τόπια στο χωματόδρομο της Αριστοτέλους, που άνοιγαν τα κεφάλια τους σε πετροπόλεμους στην οδό Φυλής. Κοκκαλιάρικα, πολλά ξυπόλητα, με μια χαρακιά πίκρας ανάμεσα στα μάτια, τα παιδιά της πλατείας Κυριακού, είχανε μιλήσει με το θάνατο, γι’αυτό κι αγαπούσανε πολύ τη ζωή. Στο κτίριο του Β’ Γυμνασίου Αρρένων, στη Χέυδεν, ήσαν Γερμανοί. Πιο κάτω, στην Αλκιβιάδου, Ιταλοί. Στη Φερρών, στη Φιλιππίδου και στη Φωκαίας, στην Αινιάνος, ως πέρα στη Στουρνάρα, υπόγεια, πούλαγαν ένα φτηνό, αποτρόπαιο έρωτα. Και σε κάθε γωνιά, μπροστά σε καφενεία και σε μπιλιάρδα, αγόρια 7-14 ετών, με λούπινα, με παστέλια, με μια οκά χαρούπια. Και δίπλα στη σκιά του στρατού κατοχής, στη σκόνη του δρόμου, στην κάψα του μεσημεριού, στην παγωνιά του βοριά και της πείνας, πλάι στα υπόγεια του άθλιου έρωτα, βλάσταινε κι άνθιζε ολοένα, χωρίς τίποτα μέσα σ’αυτά τα μαύρα χρόνια να μπορεί να το εμποδίσει, το ωραιότερο το πιο αγνό λουλούδι της αγάπης.

Το λουλούδι της αβέβαιης εφηβείας, που δεν ξεχωρίζει ακόμα από τα παιδιάτικα τα χρόνια, κι ύστερα η ολοκληρωμένη ερωτική γνωριμία, τότε που ο νέος άντρας ξεχνάει τον χτεσινό έφηβο, για να συνεχίσει το παιχνίδι του έρωτα και της ζωής, που ύπουλα, απότομα και πρόωρα μεταμορφώνεται σε παιχνίδι του θανάτου.

Στα παιδιά της Κατοχής, που μεγάλωσαν στο δρόμο, στο Θησείο, στο Πολύγωνο, στη Βάθη, στα Σεπόλια, στα Εξάρχεια, στην Κυψέλη, παντού, παντού στην Αθήνα και στην Ελλάδα, αφιερώνεται αυτός ο δίσκος. Αλλά και στους πιο νέους απευθύνεται. Για να τους σεργιανίσει στα τοπία της γειτονιάς- μιας εποχής που δεν γνώρισαν – μ’ ένα τραγούδι ζωής έρωτα και θανάτου.

Ο Γιάννης Πουλόπουλος, πολύ νέος, δεν γνώρισε ο ίδιος αυτά τα χρόνια, αλλά με την ευαισθησία του και την ωριμότητα του αισθάνεται και ερμηνεύει το τραγούδι αυτό του Λευτέρη Παπαδόπουλου και του Μίμη Πλέσσα, το τραγούδι, αυτό του Λευτέρη Παπαδόπουλου και του Μίμη Πλέσσα, το τραγούδι του έρωτα και του θανάτου, το τραγούδι της ζωής. Μαζί του τραγουδούν η Πόπη Αστεριάδη και η νέα τραγουδίστρια Ρένα Κουμιώτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: